Μνημόνιο του Συνδέσμου Εκπαίδευσης Ενηλίκων PDF Εκτύπωση E-mail

Μνημόνιο του Συνδέσμου Εκπαίδευσης Ενηλίκων

Το Μνημόνιο του Συνδέσμου αποτελεί αφετηρία διαλόγου. Με το κείμενο αυτό επιδιώκεται η ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τις θέσεις που διατυπώνονται, με στόχο τον συνεχή εμπλουτισμό του. Για το λόγο αυτό είναι ευπρόσδεκτη κάθε παρατήρηση, προσθήκη ή τροποποίηση των θέσεων του κειμένου.

Μπορείτε να μεταφορτώσετε το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF κάνοντας κλικ εδώ.

1. Εκπαίδευση για το Κοινωνικό Μέλλον

Ο σύλλογος με την επωνυμία «Σύνδεσμος Εκπαίδευσης Ενηλίκων» (ΣΕΕ) έχει σκοπό την συμβολή του στην ανάπτυξη της Δια Βίου Μάθησης (ΔΒΜ) και ειδικότερα στην Εκπαίδευση Ενηλίκων. Η ΔΒΜ βρίσκεται σε όλο τον κόσμο στο επίκεντρο των συζητήσεων για την εκπαίδευση, τη σχέση της με την οικονομία, την εργασία, την κοινωνία και την προσωπική ζωή. Από πολλούς θεωρείται ως μια καινούργια εκπαιδευτική υπόσχεση δημοκρατίας, κοινωνικής συνοχής και ανάπτυξης στις συνθήκες της τοπικής και παγκόσμιας αλληλοσύνδεσης, της πολυμορφίας, των νέων τεχνολογιών και των αλλαγών στην κοινωνική και προσωπική ζωή. Ειδικότερα η ΔΒΜ αποβλέπει:

  • Στην επέκταση της μάθησης σε όλη τη διάρκεια και σε κάθε χώρο της ζωής.
  • Στην εφαρμογή στρατηγικών μάθησης που να προωθούν το στόχο αυτό.

 

Στο πλαίσιο αυτό, ο ΣΕΕ επιδιώκει τους εξής στόχους:

  • Την εφαρμογή της ΔΒΜ στο χώρο της τυπικής εκπαίδευσης και ιδιαίτερα της σχολικής.
  • Την εφαρμογή της ΔΒΜ στην Εκπαίδευση των Ενηλίκων.
  • Τη σύνδεση των τυπικών μορφών εκπαίδευσης (σχολείων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων) με τα μη τυπικά και άτυπα συστήματα μάθησης (εργασία, τοπική κοινότητα, οικογένεια, προσωπική ζωή).

 

Για την υλοποίηση των στόχων αυτών στην Ελλάδα, θεωρούμε αναγκαίο τον ανασχεδιασμό/ μεταρρύθμιση του συστήματος εκπαίδευσης σε όλους τους τομείς.

 

2. Νέοι Σχεδιασμοί Μάθησης

Η αναγκαιότητα και οι κατευθύνσεις των μεταρρυθμίσεων προκύπτουν από τις παρακάτω εκτιμήσεις:

  • Η βασική αρχή λειτουργίας της εκπαίδευσης στην Ελλάδα καθορίζεται από μια διαδικασία μεταβίβασης εντολών και οδηγιών «από πάνω προς τα κάτω». Σύμφωνα με τη διαδικασία αυτή η κεντρική εκπαιδευτική -διοικητική αρχή αποφασίζει για όλα τα θέματα (προγράμματα, βιβλία, οργάνωση σχολείων κ.α.) και τα σχολεία εφαρμόζουν. Το μοντέλο αυτό ανταποκρινόταν σε παλαιότερες μορφές οργάνωσης της κοινωνικής ζωής κατά τις οποίες κυριαρχούσε η σχετική σταθερότητα, η ομοιομορφία και οι προσδιορισμένοι ρόλοι στην εργασία και την κοινωνία.
  • Το μοντέλο αυτό δε μπορεί να ανταποκριθεί πλέον σε ένα περιβάλλον συνεχών αλλαγών, πολυμορφίας και της ανάγκης παραγωγής δημιουργικών δραστηριοτήτων και καινοτομιών. Δε μπορεί ιδιαίτερα να ανταποκριθεί στην αντιμετώπιση των νέων μορφών ανισοτήτων που φέρνουν στην επιφάνεια οι κοινωνίες της γνώσης.
  • Αν οι προηγούμενες περίοδοι χαρακτηρίζονταν από το λεγόμενο «βιομηχανικό μοντέλο» των κατακόρυφων ιεραρχικών - διοικητικών - παραγωγικών αλυσίδων που διαχώριζαν τους λίγους που αποφάσιζαν από τους πολλούς που υλοποιούσαν, η νέα εποχή χαρακτηρίζεται από το μοντέλο των «δημιουργικών κοινοτήτων μάθησης». Σε αυτό το μοντέλο οι μορφές οργάνωσης χαρακτηρίζονται από τις «οριζόντιες», συνεργατικές, δικτυακές διαδικασίες.
  • Αντί των μικρών ομάδων αποφάσεων, η συμμετοχή στις αποφάσεις διευρύνεται ώστε να περιλαμβάνει το σύνολο των πολιτών. Η κουλτούρα της συνεργασίας, της συνεχούς αλλαγής, της ΔΒΜ και της διεύρυνσης των ικανοτήτων σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο χαρακτηρίζουν τα καινούργια περιβάλλοντα. Οι πολιτικές «διαχείρισης» του ανθρώπινου - κοινωνικού κεφαλαίου αποτελούν την πρώτη προτεραιότητα. Για τους λόγους αυτούς το βασικό στοιχείο της μεταρρύθμισης είναι ο ανασχεδιασμός του συστήματος εκπαίδευσης από μια λειτουργία «από πάνω προς τα κάτω» σε μια συνεχή βελτίωση που συντελείται στους χώρους μάθησης και υποστηρίζεται/ ενισχύεται κεντρικά.
  • Ο ανασχεδιασμός των συστημάτων εκπαίδευσης περιλαμβάνει επίσης την αναμόρφωση των περιεχομένων της μάθησης. Υπάρχουν δύο βασικές μεταβολές τις οποίες πρέπει να λάβει κανείς υπόψη σε μια αναμόρφωση των περιεχομένων:
    • Η πρώτη είναι η πολυμορφία που χαρακτηρίζει την κοινωνική, εργασιακή και προσωπική ζωή.
    • Η δεύτερη είναι η επίπτωση της ανάπτυξης των νέων τεχνολογιών στα περιεχόμενα των ικανοτήτων και των παιδαγωγικών. Οι νέες τεχνολογίες αποτελούν ένα νέο «κοινωνικο - πολιτισμικό» περιβάλλον που περιλαμβάνει τη σύγκλιση γραπτού, έντυπου, προφορικού, εικονικού, χωρικού τρόπου διαμόρφωσης των νοημάτων.

Η αξιοποίησή τους ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην εκπαίδευση με την ανάπτυξη συνεργατικών περιβαλλόντων μάθησης και τη δημιουργία ανοικτών χώρων παραγωγής βιώσιμων και συνεχώς ανανεούμενων εκπαιδευτικών υλικών στα σχολεία. Οι δύο αυτοί παράγοντες - πολυμορφία και νέες τεχνολογίες - θέτουν σε αμφισβήτηση τις παραδοσιακές μεθόδους της μάθησης ως μετάδοση και αφομοίωση ποσοτήτων γνώσεων και πληροφοριών.

  • Οι νέοι σχεδιασμοί μάθησης δε μπορούν να υλοποιηθούν χωρίς το μετασχηματισμό του κράτους και τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στις τοπικές κοινότητες. Χρειάζεται μια νέα σχέση μεταξύ κεντρικού κράτους και κοινωνίας των πολιτών με επίκεντρο τις τοπικές κοινότητες και ορίζοντα τις παγκόσμιες διασυνδέσεις.

 

Στο πλαίσιο αυτό, οι βασικοί τομείς των ανασχεδιασμών του εκπαιδευτικού συστήματος περιλαμβάνουν τα παρακάτω:

  • Νέα Μάθηση. Στο επίκεντρο των αλλαγών βρίσκεται η ανάπτυξη ικανοτήτων για την κατανόηση και διαπραγμάτευση των νοημάτων της ζωής, η κατάκτηση των βασικών τρόπων σκέψης στα γνωστικά αντικείμενα, η σύνδεσή τους με τις προσωπικές εμπειρίες και τους χώρους της ζωής. Δεξιότητες όπως η επίλυση προβλημάτων, η επικοινωνία, η συνεργασία, η κριτική στάση, η θετική προδιάθεση για μάθηση, ο σχεδιασμός και η εφαρμογή σχεδίων, η αναζήτηση και αξιοποίηση πληροφοριών αποτελούν μεταξύ άλλων βασικούς στόχους στην οργάνωση των μαθησιακών διαδικασιών και στις αναγκαίες ικανότητες. Τα παραπάνω διαμορφώνουν την προοπτική της μάθησης στη νέα εποχή. Η προοπτική της μάθησης στη νέα εποχή - νέα μάθηση - δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις διαδικασίες «οικοδόμησης της γνώσης» για τη συμμετοχή και την κοινωνική δράση στους κόσμους της ζωής. Η νέα μάθηση δεν είναι ένα άθροισμα γνώσεων και δεξιοτήτων. Αποβλέπει κυρίως στην ανάπτυξη των ικανοτήτων/αξιών και ευαισθησιών των πολιτών, εργαζομένων και προσώπων ώστε να μπορούν οι ίδιοι να σχεδιάζουν και να διαμορφώνουν το προσωπικό και κοινωνικό τους μέλλον.
  • Τοπικές Κοινότητες Μάθησης - Πολιτισμού. Οι τοπικές κοινότητες αποτελούν προνομιακό χώρο για την ανάπτυξη της νέας μάθησης. Και αυτό γιατί συνδέουν τα σχολεία και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα με τους χώρους ζωής και δράσης των πολιτών-με την τοπική αυτοδιοίκηση, τους πολιτιστικούς συλλόγους και τους συλλόγους γονέων, τις μη κυβερνητικές οργανώσεις, τους χώρους εργασίας, τέχνης και πολιτισμού. Η μάθηση στις τοπικές κοινότητες είναι συγχρόνως ανοικτή στα υπερτοπικά, εθνικά και παγκόσμια δίκτυα συνεργασιών και συμπράξεων και αποβλέπει στην κοινωνική, πολιτιστική και παραγωγική ανάπτυξη με στόχο τη βελτίωση της καθημερινής ζωής των πολιτών.
  • Αξιολόγηση. Η αξιολόγηση είναι ένα κεντρικό θέμα του σχεδίου μεταρρυθμίσεων. Αποτελεί ένα αναπόσπαστο στοιχείο της νέας μάθησης. Το ενδιαφέρον μας εντοπίζεται ιδιαίτερα στις «εναλλακτικές» ή «αυθεντικές» μορφές αξιολόγησης (αξιολόγηση επίδοσης (performance assessment), αυτοαξιολόγηση, αξιολόγηση μέσω φακέλου εργασιών (portfolio), αξιολόγηση ομαδικών εργασιών κ.α.).
  • Ποιότητα. Η ποιότητα στην εκπαίδευση και η σχέση της με την ισότητα των ευκαιριών αποτελούν ένα ζητούμενο για την ελληνική εκπαίδευση. Για το λόγο αυτό η αξιολόγηση της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου αποτελεί ένα σημαντικό στόχο. Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή κριτηρίων και δεικτών ποιότητας σε όλα τα επίπεδα της μαθησιακής διαδικασίας αποτελεί κεντρικό θέμα ενδιαφέροντος. Επιπλέον η εκπόνηση σχεδίων ανάπτυξης των σχολικών-εκπαιδευτικών μονάδων με βάση κριτήρια-δείκτες αξιολόγησης είναι ένας κρίσιμος τομέας. Η συμμετοχή και η συμβολή στην αναγνώριση-πιστοποίηση των μη τυπικών και άτυπων μορφών μάθησης που αποκτώνται στη ζωή, βρίσκεται στην καρδιά της ΔΒΜ και συμπληρώνει την εικόνα των μεταρρυθμίσεων στην αξιολόγηση/ποιότητα.
  • Εκπαιδευτικό Επάγγελμα. Τέλος στις νέες συνθήκες ο ρόλος των εκπαιδευτικών αποτελεί κεντρικό στοιχείο της μεταρρύθμισης. Από το ρόλο του «τεχνικού» της εφαρμογής των κεντρικών εντολών, ο εκπαιδευτικός αναλαμβάνει ένα ρόλο σχεδιαστού συμμετοχικών περιβαλλόντων μάθησης στα σχολεία, συνδιαμορφωτού προγραμμάτων και σχεδίων, ερευνητού των διαφορετικών εμπειριών που οι μαθητές φέρνουν στα σχολεία ως πηγών μάθησης και προωθητού της πολυμορφίας και της δημιουργικότητας. Οι ρόλοι αυτοί ανοίγουν ένα σημαντικό κεφάλαιο σε θέματα όπως η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών ως ΔΒΜ καθώς και οι γενικότερες προοπτικές του εκπαιδευτικού επαγγέλματος.
  • Επένδυση στην παιδεία. Η μετάβαση στις κοινωνίες της γνώσης προυποθέτει την αναθεώρηση των αντιλήψεων για τις εκπαιδευτικές δαπάνες. Αντί αυτές να θεωρούνται ως οι κοινωνικές μη παραγωγικές δαπάνες του προυπολογισμού», χρειάζεται να αντιμετωπισθούν ως οι αναγκαίες παραγωγικές-κοινωνικές επενδύσεις στο ανθρώπινο κεφάλαιο των κοινωνιών της γνώσης. Η επένδυση στις νέες οικονομίες της γνώσης και η δημόσια χρηματοδότηση για την οικοδόμηση των συστημάτων της ΔΒΜ αποτελεί αντικείμενο πολλών μελετών και σχεδιασμών στον ευρωπαϊκό και διεθνή χώρο. Η διερεύνησή τους και οι συγκριτικές αξιολογήσεις είναι ένα σημαντικό κριτήριο για τις δυνατότητες των συστημάτων της εκπαίδευσης να ανταποκριθούν αυξημένες ανάγκες.

 

3. Τομείς Ενδιαφέροντος

Από τα παραπάνω προσδιορίζονται οι παρακάτω τομείς ενδιαφέροντος και δράσης του ΣΕΕ:

  • Περιεχόμενα: Προγράμματα-βιβλία-διδασκαλία
  • Αξιολόγηση σε όλες τις διαστάσεις-Κριτήρια και δείκτες αξιολόγησης
  • Επαγγελματική Ανάπτυξη εκπαιδευτικών
  • Αποκέντρωση στην εκπαίδευση
  • Συστήματα Διοίκησης, οργάνωσης και χρηματοδότησης της εκπαίδευσης
  • Αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών στην εκπαίδευση
  • Σχολεία-τοπική κοινότητα-γονείς
  • Σύνδεση των τυπικών και μη τυπικών-άτυπων μορφών μάθησης
  • Πόλεις/Περιοχές μάθησης
  • Πολιτικές εκπαίδευσης
  • Ευρωπαϊκή πολιτική της εκπαίδευσης, μέσα από τη συμμετοχή στις ευρωπαϊκές δράσεις (Σωκράτης, Λεονάρντο, Grundvig κ.α.) και στην ανάπτυξη των πολιτικών της ΔΒΜ.

 

Καθώς κινούμαστε από τα κλειστά στα ανοικτά συστήματα μάθησης, από το μονοπώλιο της μάθησης σε καθορισμένα ιδρύματα, χώρους και χρόνους στη συνεργατική-διανεμημένη παραγωγή γνώσεων, ο ανασχεδιασμός για τη συνεχή βελτίωση των συστημάτων μάθησης είναι μια πραγματικότητα που αφορά όλους. Αφορά στην οικοδόμηση της ικανότητας των πολιτών και των τοπικών κοινοτήτων να αναλάβουν οι ίδιοι την τύχη της μάθησης στα χέρια τους. Είναι μια διαδικασία μάθησης στην οποία ο ΣΕΕ θέλει να συμβάλλει με όλα τα μέσα.

Για το λόγο αυτό θα επιδιώξει τη συνεργασία με όλους τους ενδιαφερομένους, θα συμβάλλει στην παραγωγή σχετικών κειμένων, δημοσιεύσεων, δράσεων και συμπράξεων με άλλες οργανώσεις και φορείς που έχουν ανάλογους προβληματισμούς.

(Μάιος 2003)

(Το κείμενο διατείθεται ελεύθερα στα πλαίσια της άδειας GNU Free Documentation License)